ἀφρώ

ἀφρός
foam
masc nom/voc/acc dual

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αφρώ — Ἀφρώ, η (Α) η Αφροδίτη …   Dictionary of Greek

  • ἀφρῶ — ἀφράζω fut ind act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀφρέω foam pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀφρέω foam pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀφρός foam masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφρῷ — ἀφράζω fut opt act 3rd sg ἀφρός foam masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφρῶι — ἀφρῷ , ἀφράζω fut opt act 3rd sg ἀφρῷ , ἀφρός foam masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Liste des prénoms grecs — Sommaire 1 Origine des prénoms grecs 2 Attribution des prénoms 3 Fêtes 4 Transcription et translittération …   Wikipédia en Français

  • μορμύρω — (ΑΜ μορμύρω) (για νερό) ρέω προξενώντας ήχο, ρέω με μουρμουρισμό («ἀφρῷ μορμύροντα ἰδών», Ομ. Ιλ.) νεοελλ. μσν. (γενικά) μουρμουρίζω αρχ. (για τη θάλασσα) (ενεργ. και μέσ.) προξενώ θόρυβο, παφλάζω («ῥόος ὠκεανοῑο ἀφρῷ μορμύρων», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

  • Liste Des Prénoms Grecs — Sommaire 1 Origine des prénoms grecs 2 Attribution des prénoms 3 Fêtes 4 Transcription et translittération …   Wikipédia en Français

  • αφρίζω — (AM ἀφρίζω, Α και ἄφρω, έω) 1. βγάζω ή έχω αφρούς 2. (για πρόσωπα και ζώα) βγάζω αφρούς από το στόμα, συνήθως από οργή ή λύσσα νεοελλ. οργίζομαι, θυμώνω πολύ …   Dictionary of Greek

  • επαφριώ — ἐπαφριῶ, άω (AM) αφρίζω πάνω ή εναντίον κάποιου. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + αφριώ (ποιητ. τ. τού αφρώ «βγάζω αφρούς»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.